Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας ΑΔ3 /2025 (ακυρωτική διαδικασία), Χορήγηση άδειας διαμονής αλλοδαπού ως συζύγου ελληνίδας πολίτη με ενεργό σύμφωνο συμβίωσης με άλλη ελληνίδα κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης

Αριθμός απόφασης: ΑΔ3 /2025
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΤΡΙΜΕΛΕΣ
(ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Nοεμβρίου 2024, με δικαστές τους: Βαρβάρα Μπουκουβάλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Άννα Ζιώγα και Βασίλειο Νούτση, Πρωτοδίκες Δ.Δ. και γραμματέα την Παναγιώτα Κίσσα, δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την αίτηση ακύρωσης με ημερομηνία κατάθεσης […]

τ ο υ […] ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου […]

κ α τ ά του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, για τον οποίο παραστάθηκε o εξουσιοδοτημένoς υπάλληλος της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας […]

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της έκθεσης του εισηγητή της υπόθεσης, Βασιλείου Νούτση, Πρωτοδίκη Δ.Δ.

Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά τον νόμο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο […], ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της […] απόφασης του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας που υπογράφεται, κατ’ εντολή του, από τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αίτηση του αιτούντος για χορήγηση άδειας διαμονής ως συζύγου Ελληνίδας πολίτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4251/2014, και επιβλήθηκε σε βάρος του το μέτρο της επιστροφής με οικειοθελή αναχώρηση από τη Χώρα.

2. Επειδή, οι διατάξεις του ν. 4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις» (Α ’ 80), ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία εισόδου, χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών. Ο ν. 4251/2014 αντικαταστάθηκε εν συνεχεία από τον ν. 5038/2023 «Κώδικας Μετανάστευσης» (Α’ 81/1-4-2023), o οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με την ακροτελεύτια διάταξη του άρθρου 179 αυτού, από την 31η Μαρτίου 2024, ορίστηκε, δε, ρητώς, στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, ότι αιτήσεις για χορήγηση ή ανανέωση αδειών διαμονής που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, όπως εν προκειμένω, εξετάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ήτοι σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύοντος ν. 4251/2014. Ειδικότερα, ο ν. 4251/2014, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε στο άρθρο 1 ότι: «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού: […] λε) Μέλος οικογένειας Έλληνα πολίτη: (α) ο/η σύζυγος, (β) ο/η σύντροφος με τον/την οποίο/α ο/η Έλληνας πολίτης έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης εφόσον τούτο καταρτίστηκε στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής […]», στο άρθρο 7 παρ. 2, ότι: «Οι κατηγορίες αδειών διαμονής, καθώς και οι τύποι αδειών που περιλαμβάνονται σε αυτές είναι οι εξής: […] ΣΤ) Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση ΣΤ1. […] ΣΤ2. Μέλη οικογένειας Έλληνα ή ομογενούς ΣΤ3. […]» και στο άρθρο 82, όπως η παρ. 3 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από την παρ. 10 του άρθρου 31 του ν. 4540/2018 (Α΄91), ότι: «1. Σε πολίτες τρίτων χωρών, που είναι μέλη οικογένειας Έλληνα και εισέρχονται στην Ελλάδα, με ομοιόμορφη θεώρηση εισόδου ή θεώρηση εισόδου περιορισμένης εδαφικής ισχύος, όπου αυτή απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 1.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου ή διαμένουν νόμιμα, με οριστικό ή προσωρινό τίτλο διαμονής, ο οποίος έχει χορηγηθεί από τις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ή την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών χορηγείται «Δελτίο Διαμονής μέλους οικογένειας Έλληνα», υπό την προϋπόθεση σταθερής διαμονής τους στη χώρα […] 2. Το Δελτίο Διαμονής είναι ατομικό και χορηγείται στα μέλη της οικογένειας της επόμενης παραγράφου, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, υπό την επιφύλαξη εξέτασης λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας και συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού […] 3. Το μέλος της οικογένειας Έλληνα πολίτη, που επιθυμεί τη χορήγηση Δελτίου Διαμονής, κατά την παράγραφο 1, οφείλει να καταθέσει αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Χώρας, σε διάστημα τριών (3) μηνών, από την ημερομηνία εισόδου στη Χώρα ή εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία σύναψης του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης που καταρτίστηκε στην Ελλάδα […] Η αίτηση συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, με τα οποία: α. Αποδεικνύει εγγράφως την οικογενειακή του σχέση με τον Έλληνα πολίτη […] 5. Το Δελτίο Διαμονής έχει διάρκεια πέντε έτη […]». Εξάλλου, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 22 [όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της περ. β΄ της παρ. 1 αυτού από την παρ. 7 του 31 του ν. 4540/2018 (Α΄ 91)], όριζε ότι: «1. Ο πολίτης τρίτης χώρας, κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ελλάδα, υποχρεούται να δηλώσει στις αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ή στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών: α. […] β. Κάθε μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, ιδίως δε την αλλαγή ιθαγένειας, τη σύναψη, λύση ή ακύρωση γάμου ή συμφώνου συμβίωσης ή τη γέννηση τέκνου. γ. […] 3. Τα δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές, τα οποία απαιτούνται από τις διατάξεις του παρόντος πρέπει να είναι επικυρωμένα με την επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης, όπου αυτή απαιτείται. Στις περιπτώσεις που δεν απαιτείται επισημείωση, τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν επικύρωση του γνησίου της υπογραφής του αλλοδαπού οργάνου από την ελληνική προξενική αρχή ή το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών», στο άρθρο 23 [όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 παρ. 31 του ν. 4332/2015 (Α΄ 76) και το δεύτερο εδάφιο της ιδίας παραγράφου αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 παρ. 9 του ν. 4546/2018 (Α΄ 101), με ισχύ από 13-9-2018, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 15 του ιδίου νόμου] ότι: «1. Οι δηλώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του παρόντος γίνονται μέσα σε δύο μήνες αφότου συμβεί το αντίστοιχο γεγονός […] Στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής ύψους διακοσίων (200) ευρώ […]» και στο άρθρο 24 [όπως η περ. β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από την παρ. 32 του άρθρου 8 του ν. 4332/2015 (Α΄76)], ότι: «1. Η άδεια διαμονής δε χορηγείται ή ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εφόσον: α. Δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον, οι προϋποθέσεις του Κώδικα αυτού. β. Αποδειχθεί από επίσημο έγγραφο αρμόδιας ελληνικής αρχής ότι για την έκδοση της άδειας διαμονής, χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ή ότι διαπράχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο απάτη ή ότι χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα γ. […] 2. Εφόσον χορηγηθείσα άδεια διαμονής ανακαλείται ή απορρίπτεται αίτημα χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, οι αρμόδιες κατά περίπτωση υπηρεσίες εκδίδουν απόφαση επιστροφής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 – 41 του ν. 3907/2011». Τέλος, ο ν. 3907/2011 (Α΄ 7), με το κεφάλαιο Γ΄ (άρθρα 16 έως 33) του οποίου προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008 «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη-μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» (EE L 348), ορίζει στο άρθρο 21, που φέρει τον τίτλο «Απόφαση Επιστροφής», όπως αυτό ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 4 από το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 του ν. 4825/2021 (Α΄157), αντίστοιχα, ότι: «1. Σε περίπτωση […] απόρριψης αιτήματος χορήγησης […] τίτλου διαμονής […] η αρμόδια αρχή εκδίδει απόφαση επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας. Η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα […] της απόφασης απόρριψης του αιτήματος διαμονής […]».
3. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 136 του ν. 4251/2014 εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση 30825/2014 (Β΄ 1528) των Υπουργών Εξωτερικών και Εσωτερικών, υπό τον τίτλο «Καθορισμός απαιτούμενων δικαιολογητικών για τη χορήγηση εθνικών θεωρήσεων εισόδου και για την χορήγηση και ανανέωση τίτλου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4251/2014», η οποία καθορίζει στο άρθρο 1 τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ άλλων, για την αρχική χορήγηση Δελτίου Διαμονής σε σύζυγο ή σε σύντροφο Έλληνα: «[…] ΣΤ2.1 […] • Αντίγραφο ενός εκ των ακόλουθων εγγράφων που πιστοποιούν νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα, Θεώρηση εισόδου (τύπου C) ή Άδεια διαμονής ή Βεβαίωση τύπου Α` ή Ειδική βεβαίωση νόμιμης διαμονής ή Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς ή Δελτίο αναγνωρισμένου δικαιούχου διεθνούς προστασίας ή Δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία, παραίτηση από την αίτηση διεθνούς προστασίας και αποδεικτικά στοιχεία ότι διαμένει ένα τουλάχιστον έτος στην Ελλάδα πριν τη σύναψη του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης. • Άδεια διαμονής από άλλο κράτος – μέλος εφόσον αποδεικνύεται κατά την ημερομηνία υποβολής η μη παρέλευση τριμήνου από την ημερομηνία εισόδου • Αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γάμου από το οποίο να εμφαίνεται η δήλωση του γάμου στην αρμόδια Υπηρεσία (Ειδικό Ληξιαρχείο) ή ληξιαρχική πράξη σύναψης συμφώνου συμβίωσης που καταρτίστηκε στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής. • Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης • Επικυρωμένο αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του Έλληνα. […]».

4. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4251/2014, «[…] με τα άρθρα 23 και 24 [πλέον άρθρα 22 και 23] ορίζονται οι υποχρεώσεις των πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στη χώρα και οι κυρώσεις που επιφέρει η μη τήρησή τους. Οι εν λόγω υποχρεώσεις αφορούν κύρια σε ζητήματα ενημέρωσης των αρχών αδειοδότησης και εξυπηρετούν, πρωτίστως, τους πολίτες τρίτων χωρών, προκειμένου να μην υποβάλλονται σε ταλαιπωρία που μπορεί να επιφέρει η μη ενημέρωση των αρχών για ζητήματα που άπτονται του εργασιακού ή οικογενειακού τους βίου και σε τήρηση τυπικών υποχρεώσεων […]». Εξάλλου, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 περ. β΄ του ν.4251/2014 συνάγεται ότι σε περίπτωση που αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο αρμόδιας ελληνικής αρχής ότι για την έκδοση άδειας διαμονής χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ή ότι διαπράχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο απάτη, η άδεια διαμονής δεν χορηγείται ή ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται. Σύμφωνα με το γράμμα της, η ως άνω διάταξη καταλαμβάνει, καταρχήν, τις περιπτώσεις, που διαπιστώνεται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα, κατά τρόπο τεκμηριωμένο, βάσει των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, ότι για την απόδειξη της συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση ή ανανέωση της άδειας διαμονής είτε χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες είτε το σύνολο ή σημαντικό μέρος των κρίσιμων εγγράφων, που η ως άνω αναφερόμενη Κ.Υ.Α. 30825/2014 καθορίζει ως απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση και ανανέωση άδειας διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4251/2014, και τα οποία προσκομίζονται από τον αιτούντα – πολίτη τρίτης χώρας, έχουν αποκτηθεί με απατηλά μέσα ή είναι πλαστά (πρβλ. ΣτΕ 1528/2021, 1330/2018, 1506/2013, 960/2011, 565/2011).

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 4356/2015 (Α’ 181) «Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι: «Η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου» και στο άρθρο 7 ότι: «1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται: α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε αυτοπροσώπως είτε κατόπιν κοινής ψηφιακής δήλωσης που υποβάλλεται από τα μέρη, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών. 2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση, στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του ή με ενημέρωση του ληξιαρχείου με χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών […]» (Η δυνατότητα α) λύσης του συμφώνου συμβίωσης με ηλεκτρονικά μέσα και β) ενημέρωσης του ληξιαρχείου για τη λύση του συμφώνου συμβίωσης με χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών προστέθηκαν στην περ. α` της παρ. 1 και την παρ. 2, αντίστοιχα, με το άρθρο 23 του ν. 4934/2022- Α΄ 100/23.5.2022). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η λύση του συμφώνου συμβίωσης επέρχεται με τους κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενους τρόπους: (α) με συμφωνία των μερών, η οποία περιβάλλεται τον συμβολαιογραφικό τύπο, (β) μονομερώς, με συμβολαιογραφική δήλωση και υπό τις ανωτέρω οριζόμενες προϋποθέσεις και (γ) αυτοδικαίως, αν οι σύμβιοι τελέσουν γάμο μεταξύ τους και όχι ένας από αυτούς με τρίτο πρόσωπο.

6.Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1354 του Αστικού Κώδικα [Α.Κ., π.δ. 456/1984 (Α΄ 164)], όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «Εμποδίζεται η σύναψη γάμου πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει, καθώς και πριν λυθεί ή ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση το σύμφωνο συμβίωσης που συνδέει τον ένα μελλόνυμφο με τρίτον. Οι σύζυγοι μπορούν να επαναλάβουν την τέλεση του μεταξύ τους γάμου και πριν αυτός ακυρωθεί», στο άρθρο 1372 ότι: «Άκυρος είναι μόνο ο γάμος που έγινε κατά παράβαση των άρθρων […] 1354 […]», στο άρθρο 1376 ότι: «Στην περίπτωση του άκυρου γάμου […] απαιτείται δικαστική απόφαση που να τον ακυρώνει», ενώ στο άρθρο 1381 ότι: «Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ακυρώνει το γάμο αίρονται τα αποτελέσματά του, για οποιονδήποτε λόγο και αν ακυρώθηκε». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1354 του Α.Κ., η ύπαρξη γάμου ή η σύναψη συμφώνου συμβίωσης αποτελεί κώλυμα για τη σύναψη δεύτερου γάμου από τους συζύγους. Η τέλεση δευτέρου γάμου από έναν από τους συζύγους έχει ως συνέπεια την ακυρότητά του, ανεξάρτητα από το αν ο δίγαμος είναι καλόπιστος ή όχι. Η ακυρότητα όμως, η οποία είναι απόλυτη, δεν εμποδίζει την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων του δευτέρου γάμου, αφού για την ακύρωσή του απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που έχει αναδρομική ανατρεπτική ενέργεια (άρθρα 1376 και 1381 του Α.Κ.).

7. Επειδή, τέλος, το π.δ. 391/1982 «Για τη ρύθμιση λεπτομερειών σχετικά με την τέλεση των πολιτικών γάμων, τη χορήγηση της άδειας γάμου και το περιεχόμενο της βεβαιωτικής πράξης για την τέλεση πολιτικών ή θρησκευτικών γάμων» (Α ‘ 73), ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Το καθένα από τα πρόσωπα που επιθυμούν να τελέσουν γάμο μεταξύ τους με όποιον από τους τύπους που ορίζονται από το άρθρο 1367 του Αστικού Κώδικα απευθύνει πριν από την τέλεση του γάμου στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της κατοικίας του αίτηση, με την οποία ζητεί να του χορηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 1368 του Αστικού Κώδικα άδεια. Εφόσον πρόκειται για περίπτωση που δεν εμπίπτει στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1369 ΑΚ. με την ίδια αίτηση ζητείται να γίνει και η δημόσια γνωστοποίηση, κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1369 Α.Κ. 2. Η αίτηση περιλαμβάνει υποχρεωτικά τα ατομικά στοιχεία, που αναγράφονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 1369 ΑΚ, τόσο αυτού ή αυτής που την υποβάλλει όσο και του άλλου προσώπου, με το οποίο πρόκειται να γίνει ο γάμος. 3. Μαζί με την αίτηση των προηγουμένων παραγράφων υποβάλλονται υποχρεωτικά: α) απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του αιτούντος, στο οποίο να φαίνονται η ημερομηνία και το έτος της γέννησής του β) […] γ) υπεύθυνη δήλωση του Ν. 105/1969 ότι δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο πρόσωπο του αιτούντος ή στις σχέσεις του με το άλλο πρόσωπο με το οποίο αυτός πρόκειται να τελέσει γάμο, κανένα από τα κωλύματα των άρθρων 1354, 1356 1357, 1359, 1360, 1362, και 1365 του Αστικού Κώδικα δ) για την περίπτωση που ο ένας των μελλονύμφων είναι αλλοδαπός αντί της υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 195/1969, βεβαίωση από την οικεία Προξενική ή άλλη αρμόδια Αρχή περί του ότι δεν υπάρχει κώλυμα για να τελέση[ει] γάμο ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός».

8. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, υπήκοος […], γεννηθείς την […], υπέβαλε, ηλεκτρονικά, ενώπιον του Τμήματος Αδειών Διαμονής Φθιώτιδας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, την […] αίτηση, με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας πολίτη («Δελτίο Διαμονής μέλους οικογένειας Έλληνα» κατ’ άρθρο 82 του ν. 4251/2014), συνυποβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ως δικαιολογητικό, το από […] απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης (πολιτικού) γάμου με την […], με ημερομηνία τέλεσης την 31η-1-2023, του Ληξιαρχείου του Δήμου Λαμιέων. Κατόπιν ελέγχου της ως άνω υπηρεσίας και του ηλεκτρονικού φακέλου του εν θέματι αλλοδαπού, προέκυψε ότι ο αιτών είχε ήδη υποβάλει την από […] αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας πολίτη, ενώπιον της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, καταθέτοντας ως δικαιολογητικό την από 18-12-2018 συμβολαιογραφική πράξη συμφώνου συμβίωσης που είχε συνάψει με Ελληνίδα πολίτη. Επί της τελευταίας αιτήσεως, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εκδόθηκε η με αρ. πρωτ. […] απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα χορήγησης άδειας διαμονής στον αιτούντα, με την αιτιολογία ότι το σύμφωνο συμβίωσης είχε συναφθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου και προκειμένου να αποκτηθεί τίτλος διαμονής, ενώ δεν αποδείχθηκε συγκατοίκηση και κοινή συμβίωση του αιτούντος με το έτερο μέλος του συμφώνου. Εν συνεχεία, με το υπ’ αρ. πρωτ. […] έγγραφο η Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Αδειών Διαμονής Φθιώτιδας ζήτησε, από τον αιτούντα, τη συμπλήρωση των υποβληθέντων δικαιολογητικών, με την προσκόμιση πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης από τη χώρα καταγωγής του ([…]) και συμβολαιογραφική πράξη λύσης του προαναφερθέντος συμφώνου συμβίωσης. Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου (βλ. τη με αρ. πρωτ[…] συμπληρωματική αίτηση), ο αιτών προσκόμισε το από […] -νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο- πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Ληξιαρχείου του Δήμου […], στο οποίο ο τελευταίος εμφανίζεται ως έγγαμος, από 31-1-2023, καθώς και την από 7-9-2023 λύση του από 18-12-2018 συμφώνου συμβίωσης (με αρ. […] συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών […]) μεταξύ του αιτούντος και της […] (υπ’ αρ. […] συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Κορίνθου […]). Εν συνεχεία, η Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Αδειών Διαμονής Φθιώτιδας, με το με αρ.πρωτ. […] έγγραφό της, ζήτησε από το Ληξιαρχείο του Δήμου Λαμιέων πληροφορίες περί του αν προτίθενται υπηρεσιακώς να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες για την ακύρωση του πολιτικού γάμου που τέλεσε ο αιτών στις 31-1-2023, ήτοι ενώ ήταν εν ισχύ το σύμφωνο συμβίωσης που είχε συνάψει με έτερη Ελληνίδα πολίτη. Ο Ληξίαρχος Λαμίας με το με αρ. πρωτ. […] έγγραφό του, γνωστοποίησε προς απάντηση του ως άνω εγγράφου, ότι ο αιτών είχε προσκομίσει για την τέλεση του πολιτικού του γάμου (α) πιστοποιητικό γεννήσεως και (β) πιστοποιητικό σύναψης γάμου, στα οποία αναγραφόταν ως άγαμος, για τον λόγο δε αυτόν τελέστηκε ο πολιτικός γάμος από τον Δήμο Λαμιέων, καθώς δεν προέκυπτε, από τα ως άνω έγγραφα που προσκόμισε, ότι είχε συνάψει ήδη σύμφωνο συμβίωσης, προφανώς, διότι δεν το είχε δηλώσει στη χώρα καταγωγής του. Επισύναψε, δε, το από […] -νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο- πιστοποιητικό για σύναψη γάμου της Ληξιάρχου του […], καθώς και το από […] πιστοποιητικό γέννησης του ιδίου Ληξιαρχείου, τα οποία είχε προσκομίσει ο αιτών και στα οποία εμφαίνεται ως άγαμος. Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη […] απόφαση του Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, που υπογράφεται, κατ’ εντολή του, από τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, αφού συνεκτιμήθηκαν τα στοιχεία του φακέλου, ιδίως, μάλιστα, το γεγονός ότι ο αιτών τέλεσε πολιτικό γάμο την 31η-1-2023, κατά παράβαση των άρθρων 1354 και 1372 του Α.Κ., ήτοι χωρίς να έχει, ακόμη, λυθεί το σύμφωνο συμβίωσης που είχε συνάψει με έτερη Ελληνίδα πολίτη και χωρίς να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές για τη σύναψη του εν λόγω συμφώνου προ της τέλεσης του ως άνω πολιτικού γάμου, η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε, κατ’ επίκληση του άρθρου 24 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4251/2014, ενώ με την ίδια απόφαση επιβλήθηκε σε βάρος του αιτούντος το μέτρο της επιστροφής με οικειοθελή αναχώρηση από τη Χώρα.

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση και το επ’ αυτής νομίμως κατατεθέν στις 14-11-2024 υπόμνημα, ο αιτών ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, προβάλλοντας ότι η τελευταία στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πιο συγκεκριμένα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι δεν αιτιολογείται η εφαρμογή, εν προκειμένω, του άρθρου 24 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4251/2014, καθώς δεν εξηγείται με ποίον τρόπο η συμπεριφορά του ενώπιον της Διοίκησης συνιστά είτε χρησιμοποίηση α) ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών, β) πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων ή γ) εν γένει παράνομων μέσων, είτε διάπραξη απάτης. Υποστηρίζει, άλλωστε, ότι προσκόμισε ό,τι του ζητήθηκε από την αρμόδια διοικητική αρχή συμπληρωματικά, ενώ δεν είχε υποχρέωση να επισυνάψει, ως δικαιολογητικό της αίτησής του, το από 18-12-2018 σύμφωνο συμβίωσης με την […], αγνοώντας, μάλιστα, την ύπαρξη κωλύματος από τη μη λύση του για τη σύναψη γάμου. Εξάλλου, προσθέτει ότι στην προσβαλλόμενη πράξη, παρότι γίνεται επίκληση των άρθρων 1354 και 1372 του Α.Κ. σχετικά με την ακυρότητα του από 31-1-2023 πολιτικού γάμου του με την […], δεν αναφέρεται πως ο λόγος απόρριψης του αιτήματός του είναι η ακυρότητα του γάμου αυτού, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, κατά το άρθρο 1376 του Α.Κ., αν δεν ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, τεκμαίρεται έγκυρος και αναπτύσσει όλα τα έννομα αποτελέσματά του, η δε ακυρότητά του ούτε επέρχεται αυτοδικαίως ούτε λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τη Διοίκηση.

10. Επειδή, το καθ’ ου με την έκθεση απόψεων, αντιτείνει ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ειδική, πλήρης και επαρκής, περιέχουσα σαφώς όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και στηριζόμενη στη μη πλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων που τίθενται από τον ν. 4251/2014 για την αποδοχή της ένδικης αίτησης περί χορήγησης άδειας διαμονής.

11. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) η μη χορήγηση άδειας διαμονής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4251/2014, προϋποθέτει την απόδειξη, με επίσημο έγγραφο αρμόδιας ελληνικής αρχής, ότι χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοσή της ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ή ότι διαπράχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο απάτη ή ότι χρησιμοποιήθηκαν άλλα παράνομα μέσα, β) κρίσιμο χρονικό σημείο για τη θεμελίωση της κρίσης ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες για την έκδοση της άδειας διαμονής, κατ΄εφαρμογή των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης, είναι ο χρόνος υποβολής της σχετικής αίτησης στη διοίκηση μετά των συνημμένων δικαιολογητικών, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτών θα μπορούσε να άρει, εν συνεχεία, τις απατηλές ή ψευδείς πληροφορίες, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση της άδειας διαμονής, εξαρτώμενη η ευδοκίμηση της αίτησής του από εκ των υστέρων περιστάσεις ή νομικούς χειρισμούς (πρβλ. ΔΕΕ, C-279/20, της 1ης Αυγούστου 2022, σκ.43-49, C-133/19, C-136/19 και C-137/19, της 16ης Ιουλίου 2020, σκ.44), κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου, γ) εν προκειμένω, η αιτιολογία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτούντος για έκδοση άδειας διαμονής, όπως συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου, στηρίζεται στα αιτιολογικά ερείσματα, αφενός, της προσκόμισης, εκ μέρους του αιτούντος, ενώπιον των αρμοδίων αρχών (Δήμος Λαμιέων), ψευδών πληροφοριών περί της οικογενειακής του κατάστασης, ήτοι ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του κώλυμα για τη σύναψη πολιτικού γάμου, κατά παράβαση του άρθρου 1 του π.δ/τος 391/1982 και, αφετέρου, της παρασιώπησης, εκ μέρους του, ενώπιον του Τμήματος Αδειών Διαμονής Φθιώτιδας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, της σύναψης του από 18-12-2018 συμφώνου συμβίωσης μεταξύ αυτού και της […] και της τέλεσης γάμου με την […], την 31η-1-2023, χωρίς να έχει λυθεί το ανωτέρω σύμφωνο συμβίωσης, παρότι ο αιτών, σύμφωνα και με το άρθρο 22 του ν.4251/2014 και των δικαιολογητικών που υποχρεούτο να προσκομίσει στην εκδούσα αρχή, κατ’ εφαρμογή της ως άνω 30825/2014 κοινής υπουργικής απόφασης, υπείχε ρητώς την υποχρέωση να δηλώσει στις αρμόδιες υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ή στη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών, κάθε στοιχείο της προσωπικής του κατάστασης, ιδίως, δε, τη σύναψη, λύση ή ακύρωση γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, δ) κατά την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, αρκεί για την άρνηση χορήγησης διαμονής η χρήση παραπλανητικών πληροφοριών χωρίς να αποδεικνύεται και πρόθεση εξαπάτησης της διοικητικής αρχής (πρβλ. C-557/17, ΔΕΕ της 14ης Μαρτίου 2019, σκ.43), κι ως εκ τούτου, είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί καλοπιστίας του αναφορικά με το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς, ε) με τη με […]απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής απορρίφθηκε η από 5-2-2019 προγενέστερη αίτηση ιδίου περιεχομένου του αιτούντος για χορήγηση άδειας διαμονής ως συζύγου Ελληνίδας πολίτη, για την έκδοση της οποίας υποβλήθηκε το από 18-12-2018 σύμφωνο συμβίωσης με τη […], κι ως εκ τούτου, ο αιτών γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ενημερώνοντας σχετικώς και τη Διοίκηση, ότι, κατά την υποβολή της ένδικης αίτησής του, αντλούσε το δικαίωμά του για απόκτηση άδειας διαμονής ως σύζυγος Ελληνίδας πολίτη, τόσο από το από 18-12-2018 σύμφωνο συμβίωσης όσο και από τον από 31-1-2023 πολιτικό γάμο (ο οποίος από τη στιγμή που δεν έχει ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1376 του Α.Κ., τεκμαίρεται νόμιμος), η σύναψη των οποίων πραγματοποιήθηκε με δύο διαφορετικές Ελληνίδες, δημιουργώντας εύλογη σύγχυση για το πρόσωπο της συζύγου του, με εμφαινόμενο σκοπό, όπως αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απορριπτικής απόφασης, την καταστρατήγηση των διατάξεων του Κώδικα περί μετανάστευσης. Ενόψει τούτων, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η απόρριψη του αιτήματος χορήγησης στον αιτούντα της ένδικης άδειας διαμονής ως συζύγου Ελληνίδας πολίτη είναι νομίμως, ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών αυτού. Τούτο, δε, επιπλέον, διότι ο αιτών δεν προβάλει με την αίτηση ακυρώσεως ότι η άρνηση χορήγησης της άδειας διαμονής ή η απομάκρυνσή του από τη Χώρα προσβάλλει το δικαίωμά του σε οικογενειακή συνένωση, ήτοι τον κοινό βίο που διάγει με την εκ γάμου σύζυγό του, προσκομίζοντας και τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία. Αντιθέτως, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη του εισηγητή Βασιλείου Νούτση, Πρωτοδίκη Δ.Δ., από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν αποδεικνύεται ότι χρησιμοποιήθηκαν, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 παρ.1 περ. β΄ του ν. 4251/2014, κατά τρόπο ενεργητικό, εκ μέρους του αιτούντος, παραπλανητικές πληροφορίες με σκοπό την προσπόριση οφέλους, ήτοι ως προς την πλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων για τη θεμελίωση του δικαιώματος απόκτησης άδειας διαμονής ως συζύγου Ελληνίδας πολίτη, ενώ το από 18-12-2018 σύμφωνο συμβίωσης είχε ήδη λυθεί πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε, δε, περίπτωση, ο από 31-1-2023 πολιτικός γάμος του με την […] τεκμαίρεται νόμιμος, παράγοντας όλα τα έννομα αποτελέσματά του, μέχρι την κήρυξη, με δικαστική απόφαση, της ενδεχόμενης ακυρότητάς του (βλ. άρθρο 1376 του Α.Κ.) και νομίμως χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογητικό από τον αιτούντα. Τέλος, η πιθανή μη εκπλήρωση της κατά το άρθρο 22 του ν. 4251/2014 υποχρέωσής του να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για τις μεταβολές της προσωπικής του κατάστασης (όπως λ.χ. η ύπαρξη, λύση ή ακύρωση γάμου ή συμφώνου συμβίωσης), επιφέρει την επιβολή προστίμου κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 4251/2014 και δεν σχετίζεται με τους λόγους απόρριψης αιτήµατος για χορήγηση άδειας διαµονής του άρθρου 24 του ιδίου νόμου.

12. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ακύρωσης και να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου [άρθρο 36 παρ. 4 εδ. β’ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄8)]. Τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο αιτών πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του καθ’ ου [άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), και εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 εδ. α’ του ν. 3068/2002, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. στ’ του ν. 702/1977 (Α΄ 268)].

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει τον αιτούντα από τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στη Λαμία στις 5 Μαρτίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στον ίδιο τόπο, κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 31/3/2025.

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *