ΔΕΕ, 4-6-2026, NOVA IBEROMOLDES – SGPS, S. A. κατά Autoridade Tributária e Aduaneira, υπόθεση C‑837/24, αντίθεση στο δίκαιο της ΕΕ διατάξεων που προβλέπουν ότι η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας, της οποίας το εταιρικό κεφάλαιο καταβάλλεται εξ ολοκλήρου μέσω συμμετοχών σε άλλες εταιρίες που κατέχουν ακίνητα και η εισφέρουσα εταιρία λαμβάνει, ως αντάλλαγμα, το σύνολο του κεφαλαίου της ιδρυόμενης εταιρίας, υπόκειται σε φόρο του οποίου η βάση επιβολής καθορίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας των εν λόγω ακινήτων ή, κατά περίπτωση, της λογιστικής αξίας βάσει του ισολογισμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 4ης Ιουνίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Έμμεσοι φόροι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων – Οδηγία 2008/7/ΕΚ – Άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ – Εισφορές κεφαλαίου – Πράξεις αναδιάρθρωσης – Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ – Φόροι μεταβίβασης επί κινητών αξιών – Φόροι μεταβίβασης – Σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας – Καταβολή του εταιρικού κεφαλαίου μέσω συμμετοχών της εισφέρουσας εταιρίας σε εταιρίες που κατέχουν ακίνητα – Φόρος μεταβίβασης ακινήτων εξ επαχθούς αιτίας »

Στην υπόθεση C‑837/24,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Arbitral Tributário (Centro de Arbitragem Administrativa – CAAD) [διαιτητικό δικαστήριο φορολογικών διαφορών (κέντρο διαιτησίας διοικητικών διαφορών – CAAD), Πορτογαλία] με απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

NOVA IBEROMOLDES – SGPS, S. A.

κατά

Autoridade Tributária e Aduaneira,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, I. Ziemele, A. Kumin (εισηγητή), S. Gervasoni και M. Bošnjak, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

[…]

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 2026,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο αʹ, του άρθρου 4, του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ, του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, του άρθρου 8, παράγραφος 3, και του άρθρου 11 της οδηγίας 2008/7/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, περί των έμμεσων φόρων των επιβαλλόμενων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ 2008, L 46, σ. 11).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της NOVA IBEROMOLDES – SGPS, S. A. (στο εξής: Nova Iberomoldes) και της Autoridade Tributária e Aduaneira (φορολογικής και τελωνειακής αρχής, Πορτογαλία) (στο εξής: φορολογική αρχή) σχετικά με συμπληρωματική πράξη εκκαθάρισης του imposto municipal sobre as transmissões onerosas de imóveis (δημοτικού φόρου μεταβίβασης ακινήτων εξ επαχθούς αιτίας, στο εξής: IMT), η οποία εκδόθηκε κατόπιν της αναδιοργάνωσης επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει η Nova Iberomoldes.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3      Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

16      Η Nova Iberomoldes συστάθηκε στις 28 Μαρτίου 2019 ως ανώνυμη εταιρία πορτογαλικού δικαίου. Το εταιρικό της κεφάλαιο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου με εισφορές σε είδος, υπό τη μορφή συμμετοχών του μοναδικού μετόχου της σε πλείονες εταιρίες. Μία εκ των εταιριών αυτών, ήτοι μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας το 100 % του εταιρικού κεφαλαίου κατέχει πλέον η Nova Iberomoldes, είχε στην κυριότητά της δύο ακίνητα που αποτελούσαν μέρος του ενεργητικού της.

17      Κατόπιν ελέγχου της φορολογικής κατάστασης του μοναδικού μετόχου της Nova Iberomoldes, η φορολογική αρχή έκρινε ότι η πράξη εισφοράς στοιχείων του ενεργητικού για τη σύσταση της Nova Iberomoldes δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του λεγόμενου «καθεστώτος φορολογικής ουδετερότητας» και ότι η πράξη αυτή υπέκειτο στον IMT, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT.

18      Η Nova Iberomoldes υπέβαλε αίτηση εκδόσεως διαιτητικής αποφάσεως ενώπιον του Tribunal Arbitral Tributário (Centro de Arbitragem Administrativa – CAAD) [διαιτητικού δικαστηρίου φορολογικών διαφορών (κέντρου διαιτησίας διοικητικών διαφορών – CAAD), Πορτογαλία], το οποίο αποτελεί το αιτούν δικαστήριο, με σκοπό να ακυρωθεί η συμπληρωματική πράξη εκκαθάρισης του IMT που είχε εκδοθεί από την φορολογική αρχή. Κατά την εταιρία αυτή, ο κανόνας του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT δεν συνάδει με την οδηγία 2008/7. Εν προκειμένω, η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας οδήγησε στην εισφορά κεφαλαίου κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, για την οποία δεν θα έπρεπε, κατά την άποψή της, να επιβληθεί οιασδήποτε μορφής έμμεσος φόρος βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας.

19      Η Nova Iberomoldes υποστήριξε, επίσης, ότι η μεταβίβαση των μεριδίων που συνιστά την εισφορά κεφαλαίου και οδήγησε στην έκδοση της συμπληρωματικής πράξης εκκαθάρισης του IMT δεν εμπίπτει στην παρέκκλιση του άρθρου 6 της οδηγίας 2008/7, είτε για τον λόγο ότι τα επίμαχα μερίδια δεν αποτελούν «κινητές αξίες», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας, είτε για τον λόγο ότι ο IMT δεν αποτελεί «φόρο μεταβίβασης», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν επιτρεπόταν η υπαγωγή της εν λόγω εισφοράς στον IMT, η συνακόλουθη φορολόγηση θα παραβίαζε την αρχή του προβλεπόμενου από την οδηγία ενιαίου συντελεστή, διότι οι συντελεστές που εφαρμόζονται υπερβαίνουν το ανώτατο όριο του 1 % που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2008/7.

20      Η φορολογική αρχή υποστήριξε, από την άλλη πλευρά, ότι η οδηγία 2008/7 όχι μόνο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν φόρους μεταβίβασης επί κινητών αξιών, αλλά το επιτρέπει με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ. Ο κώδικας IMT προβλέπει, κατά την άποψή της, ότι ορισμένες πράξεις που συνεπάγονται την έμμεση μεταβίβαση ακινήτων υπόκεινται στον IMT, σκοπός του οποίου είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο, με την αγορά μεριδίων εταιριών που κατέχουν ακίνητα, να είναι δυνατή η έμμεση απόκτηση της κυριότητας ακινήτου χωρίς την επιβολή φόρου.

21      Έχοντας αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με την οδηγία 2008/7, το Tribunal Arbitral Tributário (Centro de Arbitragem Administrativa – CAAD) [διαιτητικό δικαστήριο φορολογικών διαφορών (κέντρο διαιτησίας διοικητικών διαφορών – CAAD)] αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1      Πρέπει να θεωρηθεί “έμμεσος φόρος” επί της συγκεντρώσεως κεφαλαίων, κατά την έννοια της οδηγίας [2008/7], ο φόρος ο οποίος επιβάλλεται στις εξ επαχθούς αιτίας μεταβιβάσεις της κυριότητας ή εξ αυτής απορρεόντων δικαιωμάτων επί ακινήτων και ο οποίος εξομοιώνει με τη μεταβίβαση ακινήτων κάθε πράξη με την οποία ο εταίρος αποκτά τουλάχιστον το 75 % του εταιρικού κεφαλαίου εταιρίας που κατέχει ακίνητα (όπως ο επίμαχος εν προκειμένω ΙΜΤ);

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει για τους σκοπούς της προαναφερθείσας οδηγίας να χαρακτηρισθεί ως εισφορά κεφαλαίου (κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/7) ή ως πράξη αναδιαρθρώσεως (κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας) μια πράξη όπως η επίμαχη εν προκειμένω, με την οποία συστήνεται κεφαλαιουχική εταιρία, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας [2008/7], με σκοπό τη διαχείριση εταιρικών μεριδίων και με καταβολή του συνόλου του εταιρικού κεφαλαίου μέσω της εισφοράς εταιρικών μεριδίων τα οποία η εισφέρουσα εταιρία (η οποία επίσης διαχειρίζεται εταιρικά μερίδια) κατείχε σε άλλες εταιρίες, χωρίς να μεταβιβάζεται κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο ούτε το σύνολο των συμμετοχικών τίτλων, και στο πλαίσιο της οποίας, ως αντάλλαγμα, η εισφέρουσα εταιρία αποκτά το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της επωφελούμενης εταιρίας;

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, αποκλείει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ ή εʹ, της οδηγίας [2008/7] τη φορολόγηση της επίμαχης πράξεως βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του [κώδικα IMT], το οποίο εξομοιώνει τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 75 % του εταιρικού κεφαλαίου εταιρίας που κατέχει ακίνητα με τη μεταβίβαση ακινήτων;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει τα μεταβιβαζόμενα “μερίδια” να θεωρηθούν ως “κινητές αξίες” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [2008/7];

5)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να θεωρηθεί ο [IMT] ως “φόρος μεταβίβασης” κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ ή γʹ, της οδηγίας [2008/7];

6)      Σε περίπτωση που το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του [κώδικα IMT] θεωρηθεί συμβατό με την οδηγία 2008/7, αντιβαίνουν στο άρθρο 8, παράγραφος 3, και στο άρθρο 11 της οδηγίας αυτής οι ρυθμίσεις του άρθρου 12, παράγραφος 4, σημείο 19, στοιχείο a, και του άρθρου 17 του κώδικα ΙΜΤ, κατά τις οποίες εφαρμόζεται συντελεστής φόρου μεταξύ 1 % και 8 %, ανάλογα με την αξία της βάσης επιβολής του φόρου, η οποία καθορίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου ή της λογιστικής αξίας βάσει ισολογισμού, εάν αυτή είναι υψηλότερη;».

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

22      […]

23      Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση περί παραπομπής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 2008/7 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας, της οποίας το εταιρικό κεφάλαιο καταβάλλεται εξ ολοκλήρου μέσω συμμετοχών της εισφέρουσας εταιρίας σε άλλες εταιρίες που κατέχουν ακίνητα και η εισφέρουσα εταιρία λαμβάνει, ως αντάλλαγμα, το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου της ιδρυόμενης κατ’ αυτόν τον τρόπο εταιρίας, υπόκειται σε φόρο του οποίου η βάση επιβολής καθορίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας των εν λόγω ακινήτων ή, κατά περίπτωση, της λογιστικής αξίας βάσει ισολογισμού.

 Επί του άρθρου 3, στοιχείο αʹ, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/7

24      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα όπως έχει αναδιατυπωθεί, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2008/7 προέβη σε πλήρη εναρμόνιση των περιπτώσεων κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν έμμεσους φόρους στις συγκεντρώσεις κεφαλαίων (απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Viva Telecom Bulgaria, C‑257/20, EU:C:2022:125, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25      Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 της οδηγίας αυτής, η εναρμόνιση αποσκοπεί στην εξάλειψη, κατά το μέτρο του δυνατού, των παραγόντων που ενδέχεται να στρεβλώνουν τους όρους του ανταγωνισμού ή να παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (απόφαση της 22ας Απριλίου 2015, Drukarnia Multipress, C‑357/13, EU:C:2015:253, σκέψη 31).

26      Η πλήρης επίτευξη του σκοπού αυτού προϋποθέτει ότι οι συγκεντρώσεις κεφαλαίων θα επιβαρύνονται με έμμεσους φόρους μόνο σε περίπτωση που τηρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις που έχει θέσει ο νομοθέτης της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2015, Drukarnia Multipress (C‑357/13, EU:C:2015:253, σκέψη 32).

27      Για τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ, της οδηγίας 2008/7 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μην επιβάλλουν στις κεφαλαιουχικές εταιρίες έμμεσο φόρο οποιασδήποτε μορφής επί των εισφορών κεφαλαίου που μνημονεύονται στο άρθρο 3 και επί των πράξεων αναδιάρθρωσης του άρθρου 4 της οδηγίας αυτής.

28      Κατά το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/7, στην έννοια της «εισφοράς κεφαλαίου» περιλαμβάνεται η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, δεν θεωρείται ως εισφορά κεφαλαίου η πράξη αναδιάρθρωσης που μνημονεύεται ιδίως υπό στοιχείο βʹ, ήτοι «η απόκτηση από μία υπό ίδρυση ή υφισταμένη κεφαλαιουχική εταιρεία μεριδίων τα οποία αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου άλλης κεφαλαιουχικής εταιρείας, υπό τον όρο ότι το αντάλλαγμα για τα αποκτώμενα μερίδια συνίσταται τουλάχιστον εν μέρει σε τίτλους που αντιπροσωπεύουν το κεφάλαιο της προηγούμενης εταιρείας».

29      Εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/7, η σύσταση της Nova Iberomoldes, η οποία δεν αμφισβητείται ότι αποτελεί κεφαλαιουχική εταιρία, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής, εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στην έννοια της «εισφοράς κεφαλαίου». Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το εταιρικό κεφάλαιο της Nova Iberomoldes καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από την εταιρία που είναι ο μοναδικός μέτοχός της, με εισφορά μεριδίων της εταιρίας αυτής στο κεφάλαιο άλλων εταιριών, τα οποία αντιπροσώπευαν σε κάθε περίπτωση μεταξύ του 50 και του 100 % του εταιρικού κεφαλαίου τους. Ως αντάλλαγμα για τα μερίδια αυτά, η εισφέρουσα εταιρία έλαβε το σύνολο των αντιπροσωπευτικών τίτλων του κεφαλαίου της Nova Iberomoldes.

30      Στο μέτρο που τα ούτως αποκτηθέντα από την Nova Iberomoldes μερίδια αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου άλλων κεφαλαιουχικών εταιριών και το αντάλλαγμα που χορηγήθηκε για τα μερίδια αυτά ήταν τίτλοι αντιπροσωπευτικοί του κεφαλαίου της Nova Iberomoldes, η πράξη στο πλαίσιο της οποίας συστάθηκε η εν λόγω εταιρία πληροί τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/7 και συνιστά, επομένως, όπως παρατήρησαν επίσης η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πράξη αναδιάρθρωσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Η μη μεταβίβαση άλλων στοιχείων, μέσων ή του συνόλου των συμμετοχικών τίτλων δεν ασκεί συναφώς επιρροή.

31      Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/7, τα κράτη μέλη οφείλουν να μην επιβάλλουν στις κεφαλαιουχικές εταιρίες έμμεσο φόρο οποιασδήποτε μορφής επί πράξεως αναδιάρθρωσης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.

32      Όσον αφορά την ερμηνεία της εν λόγω έννοιας του «έμμεσου φόρου», κατά πάγια νομολογία, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία 2008/7, ο οποίος υπομνήσθηκε στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, προκειμένου η προβλεπόμενη σε αυτό απαγόρευση να μη στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2007, Albert Reiss Beteiligungsgesellschaft, C‑466/03, EU:C:2007:385, σκέψη 39, της 19ης Οκτωβρίου 2017, Air Berlin, C‑573/16, EU:C:2017:772, σκέψη 31, και της 5ης Ιουνίου 2025, Corner and Border, C‑685/23, EU:C:2025:398, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33      Τούτου λεχθέντος, το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/7 δεν προβλέπει υποχρέωση των κρατών μελών να μην επιβάλλουν στις πράξεις που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού άμεσο φόρο οποιασδήποτε μορφής (πρβλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Viva Telecom Bulgaria, C‑257/20, EU:C:2022:125, σκέψη 71). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η προβλεπόμενη με την εν λόγω οδηγία εναρμόνιση δεν αφορά τους άμεσους φόρους οι οποίοι, όπως ο φόρος εισοδήματος εταιριών, εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, Frederiksen, C‑287/94, EU:C:1996:354, σκέψη 21, και της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Viva Telecom Bulgaria, C‑257/20, EU:C:2022:125, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Ο χαρακτηρισμός επιβάρυνσης, φόρου, τέλους ή εισφοράς από πλευράς του δικαίου της Ένωσης εναπόκειται στο Δικαστήριο αναλόγως των αντικειμενικών χαρακτηριστικών της φορολόγησης, ανεξαρτήτως του πώς αυτά χαρακτηρίζονται από το εθνικό δίκαιο (πρβλ, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, Bautiaa και Société française maritime, C‑197/94 et C‑252/94, EU:C:1996:47, σκέψη 39, της 19ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑426/98, EU:C:2002:180, σκέψη 23, και της 30ής Μαρτίου 2006, Aro Tubi Trafilerie, C‑46/04, EU:C:2006:210, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επίμαχου στην κύρια δίκη φόρου, ο οποίος προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι, κατά την πάγια νομολογία που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, ο φόρος αυτός μπορεί να θεωρηθεί ότι επεκτείνει τη φορολόγηση που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού, στο μέτρο που εξομοιώνει με την έννοια της μεταβίβασης ακινήτων κάθε πράξη δυνάμει της οποίας χορηγείται σε εταίρο ή μέτοχο τουλάχιστον το 75 % του εταιρικού κεφαλαίου εταιρίας η οποία κατέχει ακίνητα.

36      Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι ο επίμαχος στην κύρια δίκη φόρος διακρίνεται από την κατηγορία των άμεσων φόρων, διότι δεν επιβάλλεται επί του εισπραττόμενου εισοδήματος ή επί της περιουσίας που κατέχει ο φορολογούμενος, αλλά επί των κυκλοφορούντων μεριδίων εταιριών οι οποίες κατέχουν ακίνητα, χωρίς να είναι καθοριστικής σημασίας, στο πλαίσιο αυτό, ποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη στη συναλλαγή που αφορά τα εν λόγω μερίδια ορίζεται, στο εθνικό δίκαιο, ως υπόχρεος του φόρου.

37      Ειδικότερα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT, φορολογούνται συγκεκριμένες πράξεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η αγορά μεριδίων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, όταν η εταιρία αυτή κατέχει ακίνητα και, μετά την αγορά τους, ο αγοραστής διαθέτει τουλάχιστον το 75 % του εταιρικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση εισφοράς μεριδίων εταιρίας που κατέχει ακίνητα σε κεφαλαιουχική εταιρία, για την οποία η εισφέρουσα εταιρία λαμβάνει ως αντάλλαγμα μερίδια της επωφελούμενης της εισφοράς εταιρίας.

38      Ως εκ τούτου, ο IMT επιβάλλεται επ’ ευκαιρία της μεταβίβασης μεριδίων εταιρίας η οποία κατέχει ακίνητα, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης εισφοράς σε κεφαλαιουχική εταιρία τέτοιων μεριδίων. Όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η φορολόγηση ρυθμίζεται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/7 (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1997, Immobiliare SIF, C‑42/96, EU:C:1997:602, σκέψη 25).

39      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία της Πορτογαλικής και της Γερμανικής Κυβέρνησης, κατά την οποία ο γενεσιουργός λόγος φορολόγησης, όπως η επίμαχη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT, δεν έγκειται στη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων στο πλαίσιο πράξεων εισφορών σε είδος, αλλά στην υπό οικονομική έννοια μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτων.

40      Πράγματι, αφενός, στο μέτρο που οι ως άνω Κυβερνήσεις επισημαίνουν ότι δεν οφείλεται IMT όταν οι εταιρίες των οποίων τα μερίδια μεταβιβάζονται δεν κατέχουν ακίνητα, παραμένει γεγονός ότι ο φόρος αυτός επιβάλλεται όταν οι εν λόγω εταιρίες κατέχουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία και όταν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT.

41      Αφετέρου, όσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβέρνησης ότι η βάση επιβολής του IMT δεν αντιστοιχεί, εν προκειμένω, στην αξία των εισφερόμενων μεριδίων, αλλά στην αντικειμενική αξία των οικείων ακινήτων, επισημαίνεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 της οδηγίας 2008/7 απαγόρευση ουδόλως περιορίζεται στους φόρους που επιβάλλονται επί εισφοράς καθεαυτήν διότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα κινδύνευε το εν λόγω άρθρο 5 να στερηθεί την πρακτική αποτελεσματικότητά του (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1998, Solred, C‑347/96, EU:C:1998:87, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 27ης Οκτωβρίου 1998, FECSA και ACESA, C‑31/97 και C‑32/97, EU:C:1998:508, σκέψη 22, και της 29ης Σεπτεμβρίου 1999, Modelo, C‑56/98, EU:C:1999:460, σκέψη 27). Η επιβολή όμως του IMT συνεπεία εισφοράς μεριδίων εταιρίας η οποία κατέχει ακίνητα σε κεφαλαιουχική εταιρία σημαίνει, υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων της, υπαγωγή της εισφοράς αυτής στον εν λόγω φόρο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1997, Immobiliare SIF, C‑42/96, EU:C:1997:602, σκέψη 31).

42      Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένας φόρος όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ο οποίος προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT, αποτελεί έμμεσο φόρο που εμπίπτει στην απαγόρευση επιβολής παντός φόρου αυτού του είδους, την οποία θεσπίζει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/7 για ορισμένες πράξεις, όπως οι πράξεις αναδιάρθρωσης.

 Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 2008/7

43      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/7 απαριθμεί εξαντλητικώς τους φόρους και τα τέλη, πλην του φόρου εισφοράς που προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας, τα οποία, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 αυτής, μπορούν να επιβάλλονται στις κεφαλαιουχικές εταιρίες για τις πράξεις που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη.

44      Στο μέτρο που το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/7 συνιστά παρέκκλιση από την κατ’ αρχήν απαγόρευση του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής, οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου 6 πρέπει να ερμηνεύονται στενά (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004, Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑415/02, EU:C:2004:450, σκέψη 37, και της 9ης Οκτωβρίου 2014, Gielen, C‑299/13, EU:C:2014:2266, σκέψεις 28 και 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

45      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να διευκρινιστεί αν ο επίμαχος στην κύρια δίκη φόρος μπορεί να εμπίπτει σε μία από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 2008/7.

–       Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/7

46      Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/7, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν «φόρους μεταβίβασης επί κινητών αξιών που εισπράττονται κατ’ αποκοπή ή όχι».

47      Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει την επιβολή φόρου σε περίπτωση μεταβίβασης κινητών αξιών όπως οι μετοχές, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η εταιρία που εξέδωσε τις μετοχές αυτές έχει εισαχθεί σε χρηματιστήριο και αν η μεταβίβαση των μετοχών έγινε χρηματιστηριακώς ή απευθείας από εκείνον που τις μεταβίβασε σε εκείνον που τις απέκτησε (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, Codan, C‑236/97, EU:C:1998:617, σκέψη 31, και διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 2010, INMOGOLF, C‑487/09, EU:C:2010:586, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων εμπίπτει στην έννοια της μεταβίβασης κινητών αξιών (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Organon Portuguesa, C‑193/04, EU:C:2006:519, σκέψη 20).

48      Εντούτοις, δεδομένου ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/7 αποτελεί διάταξη που εισάγει παρέκκλιση, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στις μεταβιβάσεις κινητών αξιών που συνιστούν αυτοτελή πράξη και όχι στις μεταβιβάσεις κινητών αξιών που συνιστούν παρεπόμενη πράξη η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα πράξης μνημονευόμενης στο άρθρο 5 της οδηγίας αυτής (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004, Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑415/02, EU:C:2004:450, σκέψεις 38 και 39, της 1ης Οκτωβρίου 2009, HSBC Holdings και Vidacos Nominees, C‑569/07, EU:C:2009:594, σκέψη 34, και της 19ης Οκτωβρίου 2017, Air Berlin, C‑573/16, EU:C:2017:772, σκέψη 36).

49      Εν προκειμένω, υπήρξε βεβαίως μεταβίβαση μεριδίων, δεδομένου ότι ο μοναδικός μέτοχος της Nova Iberomoldes εισέφερε στην εταιρία αυτή, προκειμένου να καταβάλει το κεφάλαιό της, τα μερίδια που κατείχε στο κεφάλαιο άλλων εταιριών. Ωστόσο, η εν λόγω μεταβίβαση δεν συνιστούσε αυτοτελή αλλά παρεπόμενη πράξη, η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα πράξης αναδιάρθρωσης κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2008/7. Επομένως, επί του σημείου αυτού, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 2010, INMOGOLF (C‑487/09, EU:C:2010:586), στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή.

50      Κατά συνέπεια, ένας φόρος όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/7.

–       Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/7

51      Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/7, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν, αντιστοίχως, «φόρους μεταβίβασης, συμπεριλαμβανομένων των φόρων δημοσιότητας επί ακινήτων, επί της εισφοράς σε κεφαλαιουχική εταιρεία δραστηριοτήτων ή ακινήτων που βρίσκονται στην επικράτειά τους» και «φόρους μεταβίβασης επί των περιουσιακών στοιχείων οιασδήποτε μορφής τα οποία αποτελούν αντικείμενο εισφοράς σε κεφαλαιουχική εταιρεία, στο μέτρο που το αντάλλαγμα της μεταβίβασης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων είναι διαφορετικό από τη χορήγηση εταιρικών μεριδίων».

52      Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι μια πράξη όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2008/7, και μόνο για τον λόγο ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση ότι το αντάλλαγμα της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων πρέπει να είναι διαφορετικό από τη χορήγηση εταιρικών μεριδίων. Πράγματι, το αντάλλαγμα για την εισφορά μεριδίων άλλων εταιριών από τον μοναδικό μέτοχο της Nova Iberomoldes στην εταιρία αυτή ήταν τα μερίδια της εν λόγω εταιρίας.

53      Όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/7, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει την επιβολή τελών συνεπεία μεταβίβασης του δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτων ή επιχειρήσεων, βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2006, Badischer Winzerkeller, C‑264/04, EU:C:2006:402, σκέψεις 32 έως 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία),

54      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ουδόλως υπήρξε μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας. Πράγματι, τα δύο επίμαχα στη διαφορά της κύριας δίκης ακίνητα παραμένουν στην κυριότητα της εταιρίας των οποίων τα μερίδια εισφέρθηκαν στη Nova Iberomoldes από τον μοναδικό μέτοχό της.

55      Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εντούτοις, ότι στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/7 δεν εμπίπτουν μόνον οι μεταβιβάσεις της υπό νομική έννοια κυριότητας ακινήτων, αλλά και οι υπό οικονομική έννοια μεταβιβάσεις που εξομοιώνονται, κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβέρνησης με τις πρώτες. Όμως, από οικονομικής απόψεως, αυτό ακριβώς που φορολογείται εν προκειμένω είναι μια πραγματική μεταβίβαση.

56      Το ως άνω επιχείρημα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η επίμαχη στην κύρια δίκη πράξη συμπληρωματικής εκκαθάρισης του IMT εκδόθηκε μετά την πραγματοποίηση πράξης αναδιοργάνωσης επιχείρησης εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει η Nova Iberomoldes. Η εταιρία αυτή συστάθηκε με σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας εταιρίας χαρτοφυλακίου, το δε εταιρικό κεφάλαιό της καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου μέσω συμμετοχών του μοναδικού της μετόχου, ο οποίος ασκεί επίσης δραστηριότητα εταιρίας χαρτοφυλακίου, σε άλλες εταιρίες.

57      Όμως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, πρέπει να υιοθετηθεί μια οικονομική προσέγγιση, εν τέλει προκύπτει ότι, στην περίπτωση πράξης όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία αφορά αναδιοργάνωση επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε εντός ομίλου εταιριών, όχι μόνον δεν υπήρξε μεταβίβαση της υπό νομική έννοια κυριότητας ακινήτων, αλλά ούτε και μεταβίβαση της πραγματικής κυριότητας ακινήτων.

58      Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/7.

59      Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από εκτιμήσεις που αφορούν το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή καθώς και τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2008/7.

60      Πράγματι, αφενός, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/7 συνιστά παρέκκλιση από την απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου 6, ως εξαιρέσεις από τον κανόνα της μη φορολογήσεως, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

61      Αφετέρου, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 3 και 4, η οδηγία 2008/7 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη μείωση των φορολογικών εμποδίων στην αναδιοργάνωση των επιχειρήσεων (βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1992, Commerz-Credit-Bank, C‑50/91, EU:C:1992:386, σκέψη 11). Όμως, ο σκοπός αυτός θα διακυβευόταν αν γινόταν δεκτή η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως.

62      Κατά συνέπεια, ένας φόρος όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2008/7.

 Επί της πρόληψης της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής

63      Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η φορολόγηση που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της πρόληψης της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής.

64      Συναφώς, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2008/7 δεν περιέχει κανέναν κανόνα προοριζόμενο ειδικά για την αντιμετώπιση του κινδύνου φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής, αλλά ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης υπό περιστάσεις που συνιστούν δόλια ή καταχρηστική πρακτική (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2007, ING κατά Auer, C‑251/06, EU:C:2007:658, σκέψεις 40 και 41, και της 9ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑397/07, EU:C:2009:436, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65      Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να στηρίζονται, στο πλαίσιο αυτό, σε γενικά τεκμήρια (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑610/07, EU:C:2009:436, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

66      Διαπιστώνεται, όμως, ότι διάταξη όπως το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT στηρίζεται σε γενικό τεκμήριο διότι, λαμβανομένου υπόψη του γράμματός της, φαίνεται να εφαρμόζεται, ανεξαιρέτως, σε κάθε πράξη στο πλαίσιο της οποίας μεταβιβάζονται μερίδια εταιριών των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν ακίνητα, ανεξαρτήτως του αν υφίσταται ή όχι συγκεκριμένη ένδειξη για την ύπαρξη δόλιας ή καταχρηστικής πρακτικής.

67      Ως εκ τούτου, όσον αφορά πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 5 της οδηγίας 2008/7, η εφαρμογή διάταξης όπως το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο d, του κώδικα IMT βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής και, επομένως, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού (πρβλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Deister Holding και Juhler Holding, C‑504/16 και C‑613/16, EU:C:2017:1009, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68      Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν υποστήριξε ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης πράξη συνιστούσε δόλια ή καταχρηστική πρακτική, ούτε προκύπτει, εξάλλου, από οιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2025, John Cockerill, C‑135/24, EU:C:2025:176, σκέψη 51).

69      Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο έως και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 2008/7 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας, της οποίας το εταιρικό κεφάλαιο καταβάλλεται εξ ολοκλήρου μέσω συμμετοχών της εισφέρουσας εταιρίας σε άλλες εταιρίες που κατέχουν ακίνητα και η εισφέρουσα εταιρία λαμβάνει, ως αντάλλαγμα, το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου της ιδρυόμενης κατ’ αυτόν τον τρόπο εταιρίας, υπόκειται σε φόρο του οποίου η βάση επιβολής καθορίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας των εν λόγω ακινήτων ή, κατά περίπτωση, της λογιστικής αξίας βάσει ισολογισμού.

 Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος

70      Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο έκτο προδικαστικό ερώτημα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της οδηγίας 2008/7/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2008, περί των έμμεσων φόρων των επιβαλλόμενων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων,

έχουν την έννοια ότι:

αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας, της οποίας το εταιρικό κεφάλαιο καταβάλλεται εξ ολοκλήρου μέσω συμμετοχών της εισφέρουσας εταιρίας σε άλλες εταιρίες που κατέχουν ακίνητα και η εισφέρουσα εταιρία λαμβάνει, ως αντάλλαγμα, το σύνολο του κεφαλαίου της ιδρυόμενης κατ’ αυτόν τον τρόπο εταιρίας, υπόκειται σε φόρο του οποίου η βάση επιβολής καθορίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας των εν λόγω ακινήτων ή, κατά περίπτωση, της λογιστικής αξίας βάσει του ισολογισμού.

 

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *