ΣτΕ 1927/2025 (σύμβαση προμήθειας συναφθείσα πριν την έναρξη ισχύος του ν.4412/16 – δικαιοδοσία επί αγωγής που ασκήθηκε μετά αγωγή ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4605/2019 )

…….4. Επειδή, το Σύνταγμα (όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής), επιβάλλει, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3, την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ’ αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (Α.Ε.Δ.18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. ι΄ του ν. 1406/1983 (Α΄ 182) υπήχθησαν, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, (όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001) στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί διοικητικών συμβάσεων διοικητικές διαφορές. Τέτοιες είναι οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Σύμφωνα, δε, με τη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, μια σύμβαση θεωρείται ως διοικητική αν πληρούνται, σωρευτικώς, οι εξής προϋποθέσεις: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού, γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του διέποντος τη σύμβαση κανονιστικού καθεστώτος, είτε βάσει κανονιστικών ρητρών που περιελήφθησαν στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 17/2021…..). Εξάλλου, διαφορές επί αξιώσεων από αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφ’ όσον έχουν ως πηγή διοικητική σύμβαση, θεωρείται ότι δημιουργήθηκαν από την εν λόγω σύμβαση και συνιστούν διοικητικές διαφορές από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων (ΣτΕ 1042/2023, 556/2022…. κ.ά.).

5. Επειδή, η ανωτέρω διάκριση, κατά την οποία οι διαφορές από συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ υπάγονταν είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, και η οποία ρητά προβλεπόταν και στον ν. 4412/8-8-2016 “Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)”, με τον οποίο θεσπίστηκαν ενιαίοι κανόνες για τις διαδικασίες προγραμματισμού, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, μεταβλήθηκε ως εξής: α) ως προς τις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, με τις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του ν. 4491/13-10-2017, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως οι διατάξεις των άρθρων 175 και 198 του ν. 4412/2016 και ορίστηκε ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, διοικητικό εφετείο· στις διατάξεις, μάλιστα, αυτές προσδόθηκε αναδρομική ισχύς με το άρθρο 23 ν. 4491/2017 (άρθρο 376 παρ. 14 του ν. 4412/2016) που ορίζει ότι το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 198 του ιδίου νόμου) εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4412/2016, και β) ως προς τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 24 περ. α΄ του ν. 4605/1-4-2019, με τις οποίες προστέθηκε άρθρο 205 Α΄ στον προαναφερθέντα ν. 4412/2016 και οι οποίες άρχισαν να ισχύουν τρεις μήνες μετά από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 01.07.2019. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής: “1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο διοικητικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση […]”. Σημειώνεται ότι, στην διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως, κατά τα προαναφερθέντα, δόθηκε για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών με το άρθρο 23 ν. 4491/2017. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τον ν. 4605/2019, και ειδικότερα στο σημείο αυτής που αφορά τις διατάξεις της παραγράφου 24 του άρθρου 43, αναφέρεται ότι η προσθήκη, με τις εν λόγω διατάξεις, άρθρου 205 Α΄ στο ν. 4412/2016 έγινε “προκειμένου να επιτευχθεί η ενιαία εφαρμογή της ως άνω νομοθεσίας [ήτοι ν. 4412/2016] στις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών […]. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται και ολοκληρώνεται η κρίση όλων των υποθέσεων που αφορούν τις διαφορές κατά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών (ύστερα και από την μεταφορά των διαφορών που προκύπτουν κατά την εκτέλεση των δημοσίων έργων και μελετών) σε όλα τα στάδια (προσυμβατικό και εκτέλεσης) από το καθ’ ύλην αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, η ενιαία αντιμετώπιση των υποθέσεων προς ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και την επιτάχυνση της οριστικής δικαστικής επίλυσης της διαφοράς σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από τα κατά τόπο αρμόδια διοικητικά εφετεία της Χώρας. Για λόγους ασφαλείας δικαίου, η ισχύς των διατάξεων αυτών ξεκινά τρεις μήνες από την δημοσίευση του νόμου”. Εξάλλου, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 376 του ν. 4412/2016, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις, καθώς και σε όλους τους διαγωνισμούς μελετών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων (βλ. σχετικά, άρθρα 61, 120, 290 και 330 του ν. 4412/2016), λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι μετά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 08.08.2016.

6. Επειδή, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η προσθήκη με το ν. 4606/2019, του άρθρου 205 Α΄ στο νόμο 4412/2016 έγινε (σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος) χάριν της ενιαίας εφαρμογής των κανόνων του ν. 4412/2016 και μόνον, αφού στη διάταξη αυτή δεν δόθηκε αναδρομική ισχύς, όπως δόθηκε για τα άρθρα 175 και 198 του ιδίου νόμου με το ν. 4791/2017 για τις συμβάσεις δημοσίων έργων και μελετών και συνεπώς το άρθρο αυτό (205 Α΄) εφαρμόζεται για τις προσφυγές ή αγωγές, που κατατίθενται μετά την 1.7.2019 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του 4605/2019) και αφορούν σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 και για τις οποίες συνεπώς εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016. Αντιθέτως, το εν λόγω άρθρο 205 Α΄ δεν εφαρμόζεται για τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν το νόμο 4412/2016, για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός, και τούτο ακόμα και αν η προσφυγή ή αγωγή κατατεθεί μετά την 1.7.2019. Για τις συμβάσεις αυτές -που συνήφθησαν δηλαδή πριν το νόμο 4412/2016- εφόσον δεν είναι διοικητικές αλλά είναι ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, παραμένει η ανωτέρω (σκ. 4) διάκριση και υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 205 Α΄ του νόμου 4412/2016, που αφορά μόνο τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, για τις οποίες εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016 (Α.Π. 268/2023, 71/2024)…….=7…… 8……

9. Επειδή, εν προκειμένω, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε -έστω και συνοπτικά διατυπωμένα- ότι, εφόσον η διαφορά που ήχθη ενώπιον του πηγάζει από δημόσια σύμβαση, αρκεί και μόνον το γεγονός ότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 4605/2019 (28.12.2021, ανωτέρω σκέψη 7) με την οποία προστέθηκε άρθρο 205 Α στον ν. 4412/2016 ώστε να κρίνει εαυτό αρμόδιο για την εκδίκασή της, ανεξαρτήτως αν η επίδικη σύμβαση προμήθειας είναι ιδιωτικής ή διοικητικής φύσεως. Σύμφωνα, όμως με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη 6), η κρίση αυτή δεν είναι ορθή διότι, για την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 205 Α΄ του εν λόγω νόμου, με τις οποίες θεμελιώνεται δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των διαφορών από κάθε δημόσια σύμβαση προμηθειών και υπηρεσιών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του [όπως προαναφέρθηκε στην σκέψη 5, με τον ν. 4412/2016 μεταφέρθηκαν οι Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη], απαιτείται όχι μόνο το σχετικό ένδικο βοήθημα να έχει κατατεθεί μετά την 1.7.2019, αλλά και η έναρξη της διαδικασίας σύναψης της εν λόγω σύμβασης να έλαβε χώρα μετά τις 08.08.2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4412/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη σύμβαση συνήφθη κατά το έτος 2008 και ως εκ τούτου δεν δύναται να υπαχθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 205 Α του ν. 4412/2016, αλλά απαιτείται να διαγνωσθεί η φύση της εν λόγω σύμβασης ως διοικητικής, με βάση τα κριτήρια που έχουν ορισθεί από το ΑΕΔ. Όπως, όμως, προκύπτει από το παρατιθέμενο στην σκέψη 7 ιστορικό της υποθέσεως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση -που όπως προαναφέρθηκε μόνο μέσω αυτής το Δικαστήριο μπορεί να αναχθεί στους όρους της σύμβασης- δεν διευκρινίζεται το νομοθετικό καθεστώς από το οποίο διήπετο η ένδικη σύμβαση ώστε να διακριβωθεί αν ο καθ’ ου Δήμος τελούσε σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσείοντος, ούτε αναδεικνύονται επαρκώς τα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ασφαλώς ότι η εν λόγω σύμβαση προμήθειας εξυπηρετούσε ιδιαίτερο σκοπό δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. ΣτΕ 1861/1011), κατόπιν δε αυτού δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικά η φύση της διαφοράς ως διοικητικής ή μη. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου ερείσματος, ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικάσαντος διοικητικού εφετείου και για τον λόγο αυτό, που όπως προαναφέρθηκε εξετάζεται από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και ανεξαρτήτως τις συνδρομής των προϋποθέσεων του ν. 3900/2010, πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση, σύμφωνα με τα ανωτέρω…..

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *