ΣτΕ ΠΕ Ολομ. 58/2026
Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Πρόεδρος
Εισηγητής: Σ. Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρος
Με το ΠΕ 58/2026 η Ολομέλεια γνωμοδότησε επί του σχεδίου προεδρικού διατάγματος με τίτλο «Επέκταση του σκοπού της πάγιας προκαταβολής του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου – Τροποποίηση του π.δ. 194/2002 (Α΄ 178)». Με το εν λόγω σχέδιο διατάγματος επιχειρείται, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 108 παρ. 2 του ν. 4270/2014, η τροποποίηση του π.δ. 194/2002, με το οποίο έχει προβλεφθεί η σύσταση πάγιας προκαταβολής στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την αντιμετώπιση κάθε είδους δαπανών δημοσίων σχέσεων και φιλοξενίας ξένων αποστολών. Συγκεκριμένα, ρυθμίζεται η κάλυψη από την πάγια προκαταβολή του Συμβουλίου της Επικρατείας, πέραν των δαπανών δημοσίων σχέσεων, των δαπανών οδοιπορικών εξόδων για την υπηρεσιακή μετακίνηση των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο.
Κατ’ αρχάς, η Ολομέλεια επισήμανε ότι με κοινή υπουργική απόφαση, το 2002, καθορίστηκε το ανώτατο ύψος της πάγιας προκαταβολής του Συμβουλίου της Επικρατείας στο ποσό των 4.400 ευρώ ετησίως, ενώ με ίδια απόφαση, το 2008, μειώθηκε στο ποσό των 3.000 ευρώ ετησίως.
Ακολούθως, η Ολομέλεια επισήμανε στη Διοίκηση τα εξής:
α) Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Χώρας, αποτελεί ενεργό μέλος σε κορυφαίες ευρωπαϊκές και διεθνείς ενώσεις και δίκτυα που προάγουν τον επιστημονικό διάλογο, την ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών και τη συνεργασία μεταξύ δικαστηρίων και δικαστών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ACA Europe, AIHJA., ENCJ, JNEU, SCN κ.ά.
β) Από τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων της αρμόδιας για την επικοινωνία και συνεργασία με αλλοδαπά δικαστήρια, οργανισμούς και ενώσεις Επιτροπής Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτει, ενδεικτικά, ότι κατά τα έτη 2022 έως και 2026, η θεσμική εξωστρέφεια του Συμβουλίου της Επικρατείας υπήρξε ιδιαίτερα έντονη. Ειδικότερα, κατά το διάστημα αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας συμμετείχε σε ευρωπαϊκά και διεθνή συνέδρια και fora, τα οποία διοργανώθηκαν από αλλοδαπά δίκτυα και αλλοδαπά δικαστήρια. Πλούσια υπήρξε και η δραστηριότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας στο πλαίσιο διμερών σχέσεων, όπως επιστημονική συνάντηση με το Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας, τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Tours και συμμετοχή σε τριμερές συνέδριο που συμμετείχαν το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ιταλίας, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας και το Ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας.
γ) H ενίσχυση της επικοινωνίας και συνεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας με αλλοδαπά δικαστήρια, διεθνείς οργανισμούς και δικαστικές ενώσεις επισφραγίστηκε πρόσφατα με την ανάθεση στο Δικαστήριο ηγετικού ρόλου και, συγκεκριμένα, με την ομόφωνη ανάληψη της Προεδρίας της ACA Europe για τη διετία 2025 – 2027. Η επιτυχής ανταπόκριση στις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ανάληψη της Προεδρίας αποτελεί εγχείρημα πολυσύνθετο, καθώς απαιτεί όχι μόνο τη φιλοξενία δικαστών όλων των Ανώτατων Δικαστηρίων των κρατών – μελών της ΕΕ και του ΔΕΕ, αλλά και τη διοργάνωση έξι σεμιναρίων, τριών στην Ελλάδα και τριών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ήδη το Συμβούλιο της Επικρατείας διοργάνωσε τα δύο πρώτα συνέδρια της ελληνικής προεδρίας της ACA Europe, το ένα στην Αθήνα με θέμα την κλιματική αλλαγή και τον υπερτουρισμό και το άλλο στην Ρόδο με θέμα τις νεότερες εξελίξεις στην οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της διοικητικής δικαιοσύνης.
δ) Σύμφωνα με στοιχεία που τηρούνται στο αρμόδιο για τις δαπάνες οδοιπορικών εξόδων εντός και εκτός συνόρων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων Τμήμα Προσωπικού του Συμβουλίου της Επικρατείας, το έτος 2022 εγκρίθηκαν δαπάνες μετακίνησης δικαστικών λειτουργών στο εξωτερικό για την εξυπηρέτηση αναγκών εκπροσώπησης του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Χώρας σε ξένους φορείς ύψους 15.656,08 ευρώ, το έτος 2023 ύψους 13.221,88 ευρώ, το έτος 2024 ύψους 8.298,80 ευρώ και το έτος 2025 ύψους 32.608,83 ευρώ.
ε) Από το σύνολο των τηρούμενων στοιχείων προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί και οι δικαστικοί υπάλληλοι του Συμβουλίου της Επικρατείας οφείλουν να ανταποκρίνονται στο ιδιαίτερα αυξημένο κόστος που συνεπάγεται η άμεσα συνυφασμένη με τον θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας ανάγκη για ίδρυση και διατήρηση δικτύων επικοινωνίας και συνεργασίας με αλλοδαπά ανώτατα δικαστήρια και ευρωπαϊκά και διεθνή δίκτυα. Οι εν λόγω δίαυλοι επικοινωνίας επιτρέπουν τη διαρκή επιστημονική επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων σε ειδικά αντικείμενα, την άμεση επαφή και την ανταλλαγή εμπειρογνωμοσύνης και τεχνογνωσίας με ομολόγους τους σε ολόκληρο τον κόσμο, την ανάλυση νομικών, κοινωνικο – οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων σε παγκόσμιο επίπεδο και την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών για την αποτελεσματική και ποιοτική άσκηση του δικαστικού και διοικητικού (επικουρικού) έργου. Πέραν τούτου, οι σύγχρονες εξελίξεις της αρχής του κράτους δικαίου, που αποτελεί συστατικό στοιχείο των διεθνών σχέσεων των χωρών σε παγκόσμιο επίπεδο, απαιτούν πλέον την ενεργό συμμετοχή του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου στα συνέδρια και τις συναντήσεις που πραγματοποιούνται σε πολλές χώρες εντός και εκτός Ευρώπης, η συμμετοχή δε αυτή αναβαθμίζει εν τέλει όχι μόνο το κύρος της ελληνικής διοικητικής δικαιοσύνης, αλλά και της ίδιας της Χώρας, καθόσον η Ελλάδα αναδεικνύεται σε υψηλού επιπέδου συνομιλητή στον παγκόσμιο νομικό διάλογο, που εκφράζει τις θέσεις του σε θεσμοθετημένα διεθνή και ευρωπαϊκά δίκτυα.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω δεδομένα, η Ολομέλεια γνωμοδότησε ότι η επαρκής χρηματοδότηση από το Κράτος των δαπανών υπηρεσιακής μετακίνησης στο εξωτερικό των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων του Συμβουλίου της Επικρατείας συνάπτεται ευθέως όχι μόνο με την απονομή του δικαιοδοτικού έργου, αλλά και με τη συμμετοχή του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου και, κατ’ επέκταση, της Χώρας στη διεθνή δημοκρατική κοινότητα. Ως εκ τούτου, το Κράτος οφείλει να λαμβάνει ιδιαίτερη μέριμνα ώστε το ποσό της χρηματοδότησης να ανέρχεται σε τέτοιο ύψος ώστε να αντικρίζει τις πραγματικές δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι δικαστικοί λειτουργοί και οι δικαστικοί υπάλληλοι λόγω των αυξημένου κόστους μετακινήσεών τους στο εξωτερικό για υψηλού επιπέδου εκπροσώπηση της ελληνικής διοικητικής δικαιοσύνης και της Χώρας. Κατά συνέπεια, κατά την αληθή έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 108 του ν. 4270/2014, η οποία είναι ερμηνευτέα σύμφωνα με τα άρθρα 26 παρ. 3, 87, 88 και 89 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 εδάφιο δεύτερο του ΧΘΔΕΕ (με τα οποία κατοχυρώνεται η δικαστική ανεξαρτησία τόσο σε συνταγματικό όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και επιβάλλουν, μεταξύ των άλλων, τη διασφάλιση επαρκών υλικών πόρων προς εκπλήρωση των σκοπών της δικαιοσύνης), η ποσοτική αποτίμηση των πραγματικών δαπανών μετάβασης στο εξωτερικό για υπηρεσιακούς λόγους δεν αποτελεί ειδικότερο ζήτημα, ούτε ζήτημα λεπτομερειακού ή τεχνικού χαρακτήρα, ώστε να μπορεί να ρυθμιστεί με την έκδοση υπουργικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, αλλά συνιστά ζήτημα ουσιώδες για την εκτέλεση της υψηλής αποστολής του Συμβουλίου της Επικρατείας στο πεδίο των διεθνών σχέσεων για το κράτος δικαίου επ’ ωφελεία της δημοκρατίας και της Ελλάδος, η ρύθμιση του οποίου επιτρέπεται να γίνει είτε με νόμο είτε, κατ’ εξουσιοδότησή του, με προεδρικό διάταγμα. Κατ’ ακολουθίαν, η ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη επιβάλλει όπως το προεδρικό διάταγμα, με το οποίο προβλέπεται η διεύρυνση του είδους των δαπανών που πληρώνονται από την πάγια προκαταβολή του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εξυπηρέτηση του σκοπού των υπηρεσιακών μετακινήσεων στο εξωτερικό των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, συμπεριλαμβάνει ρύθμιση με την οποία προσδιορίζεται το προσήκον ποσό για την αντιμετώπιση των δαπανών αυτών, κατόπιν αξιολόγησης από τους συναρμόδιους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Οικονομικών των δεδομένων που προκύπτουν από τις διεθνείς υποχρεώσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως αυτά αναλύονται διεξοδικά στις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, εφόσον στο υπό επεξεργασία σχέδιο παραλείπεται τέτοια κανονιστική ρύθμιση δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή του, άρα, το σχέδιο δεν προτείνεται νομίμως εφόσον κείται εκτός της εξουσιοδοτικής διάταξης.
Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Ολομέλειας, η Διοίκηση οφείλει να επανυποβάλει το σχέδιο προς επεξεργασία εντός τριμήνου από την έκδοση του ΠΕ 58/2026, αναμορφώνοντάς το σύμφωνα με τις διατυπωθείσες παρατηρήσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι επιβάλλεται η ομαλή και απρόσκοπτη συνέχιση της εκπροσώπησης της Χώρας σε θεσμοθετημένα διεθνή και ευρωπαϊκά δίκτυα.
Πηγή: http://www.adjustice.gr