ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 8.7.2019, Mihalache v. Romania (54012/10) (Αρχές επιβολής κυρώσεων – Ne bis in idem κλπ) – http://www.humanrightscaselaw.gr/

Αρχές επιβολής κυρώσεων – Ne bis in idem – Ανάκληση από την Εισαγγελική Αρχή διάταξης περί τερματισμού της ποινικής διαδικασίας και επιβολής διοικητικού προστίμου και εντολή επανεκκίνησης της ποινικής διαδικασίας, που καταλήγει σε καταδίκη σε φυλάκιση 
(Α) Η αστυνομία σταμάτησε τον προσφεύγοντα, που οδηγούσε αυτοκίνητο, και τον υπέβαλε σε αλκοτέστ αναπνοής. Το τεστ βγήκε θετικό, οπότε οι αστυνομικοί ζήτησαν από τον προσφεύγοντα να τον συνοδεύσουν σε νοσοκομείο, προκειμένου να ελεγχθεί το επίπεδο του αλκοόλ στο αίμα του. Ο προσφεύγων αρνήθηκε. Συνεπεία τούτου, τον Ιούλιο του 2008, η εισαγγελική αρχή ξεκίνησε ποινική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος, λόγω της άρνησής του να δώσει βιολογικό δείγμα, προκειμένου να τεκμηριωθεί το επίπεδο αλκοόλ στο αίμα του. Ενώπιον του εισαγγελέα, που εξέτασε και έναν μάρτυρα, ο προσφεύγων παραδέχθηκε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ και ότι είχε αρνηθεί να δώσει δείγμα αίματος. Τον Αύγουστο 2008, με διάταξη του γραφείου της εισαγγελικής αρχής τερματίστηκε η ποινική διαδικασία, διότι θεωρήθηκε ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος δεν έφθανε την επικινδυνότητα και σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος και ήταν ελάχιστη η προσβολή των σχετικών κοινωνικών αγαθών που προστάτευε ο νόμος, αφού ελήφθησαν υπόψη η ειλικρίνεια του προσφεύγοντος, ότι αυτός οδήγησε μικρή απόσταση σε ημέρα με λίγη κίνηση στο δρόμο και ότι ήταν η πρώτη ποινική δίωξη σε βάρος του. Με την ανωτέρω εισαγγελική διάταξη επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα διοικητικό πρόστιμο περίπου 250 ευρώ. Η διάταξη αυτή δεν προσβλήθηκε και στις 15 Αυγούστου 2008 ο προσφεύγων πλήρωσε το πρόστιμο. Με διάταξη του Ιανουαρίου 2009, η εποπτεύουσα εισαγγελική αρχή ακύρωσε αυτεπαγγέλτως την ως άνω διάταξη και εκκίνησε εκ νέου την ποινική διαδικασία, κρίνοντας αιτιολογημένα ότι, ενόψει των συνθηκών της υπόθεσης, του βαθμού της γενικής και ειδικής επικινδυνότητας για την κοινωνία της επίμαχης συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και του είδους των κοινωνικών αξιών που αυτή προσέβαλε, ο προσφεύγων δεν τιμωρήθηκε προσηκόντως (με το προαναφερόμενο διοικητικό πρόστιμο). Τον Φεβρουαρίου 2009 ο προσφεύγων ενημερώθηκε για τα ανωτέρω και ομολόγησε ξανά τις πράξεις του. Το Μάρτιο 2009 παραπέμφθηκε σε δίκη. Το Νοέμβριο 2009, με απόφαση πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου, ο προσφεύγων καταδικάσθηκε σε ένα έτος φυλάκισης με αναστολή. Το Φεβρουάριο 2010 απορρίφθηκε έφεση του προσφεύγοντος κατά της απόφασης αυτής. Με αμετάκλητη απόφαση του Ιουνίου 2010 απορρίφθηκε και η περαιτέρω έφεση του προσφεύγοντος. Ειδικότερα, με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε λόγος περί παραβίασης του άρ. 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ, με το σκεπτικό ότι η αρχική διάταξη της εισαγγελικής αρχής δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως απόφαση δικαστικής αρχής που παρήγαγε δεδικασμένο και, συνεπώς, δεν ισοδυναμούσε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 
(Β) Εφαρμογή των κριτηρίων Engel στην πρώτη διαδικασία (που κατέληξε στην εισαγγελική διάταξη του Αυγούστου 2008). Η επίμαχη παράβαση χαρακτηρίζεται ως ποινική από το εθνικό δίκαιο, δεδομένου ότι προβλέπεται από διατάξεις του ρυουμανικού ποινικού δικαίου. Το στοιχείο αυτό έχει, όμως, σχετική αξία και το ΕΔΔΑ εξετάζει την αληθή φύση της εφαρμοσθείσας νομοθετικής διάταξης. Η διάταξη αυτή αφορούσε γενικά στους οδηγούς αυτοκινήτου, στόχευε στην προστασία της ανθρώπινης ζωής και υγείας, της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών του οδικού δικτύου, καθώς και της προστασίας της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας και του περιβάλλοντος (ήτοι αγαθών που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ποινικού δικαίου) και προέβλεπε ποινή φυλάκισης από δύο μέχρι επτά έτη (δηλαδή, αρκετά αυστηρή), η οποία σκοπούσε στην τιμωρία και στην αποτροπή συμπεριφορών ικανών να υπονομεύσουν τα παραπάνω αγαθά. Όσον αφορά το κριτήριο της βαρύτητας της ποινής, λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη προβλεπόμενη, η οποία εν προκειμένω ήταν φυλάκιση επτά ετών. Εξάλλου το επιβληθέν διοικητικό πρόστιμο (250 ευρώ), που σκοπούσε επίσης στην τιμωρία και στην αποτροπή της ίδιας παράβασης, ήταν το μέγιστο οριζόμενο στον Ποινικό Κώδικα. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η παράβαση για την οποία ο προσφεύγων διώχθηκε και η επιβληθείσα σε αυτόν κύρωση (προστίμου) είχαν “ποινική” φύση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ. Το ίδιο ισχύει και για τη φυλάκιση ενός έτους με αναστολή που τελικώς του επιβλήθηκε. Εξάλλου, οι δύο “ποινικές” διαδικασίες αφορούσαν στην ίδια παράβαση. 
(Γ) Πληρούται και η προϋπόθεση του bis. Οι δύο επίμαχες διαδικασίες δεν ήταν συμπληρωματικές μεταξύ τους και, συνεπώς, δεν συνιστούσαν ένα ενιαίο σύνολο, κατά την έννοια της απόφασης Α και Β κατά Νορβηγίας, δεδομένου ότι (i) αφορούσαν στην ίδια παράβαση, που προβλεπόταν από την ίδια νομοθετική διάταξη, (ii) οι διαδικασίες και οι επιβληθείσες ποινές εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό, (iii) το σύνολο της πρώτης διαδικασίας και τμήμα της δεύτερης διαδικασία διενεργήθηκαν από την ίδια δημόσια αρχή (εισαγγελική αρχή), (iv) χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία και στις δύο διαδικασίες, (v) οι αντίστοιχες ποινές δεν επιβλήθηκαν συνδυαστικά, αλλά μόνον μία από αυτές μπορούσε και έπρεπε να επιβληθεί, ανάλογα με το χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και (vi) οι δύο διαδικασίες έλαβαν χώραη μία μετά την άλλη. 
(Δ) Ζήτημα εάν η εισαγγελική διάταξη του Αυγούστου 2008 συνιστούσε αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη. 
(1) Προκειμένου να υπάρξει αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη δεν απαιτείται παρέμβαση/απόφαση δικαστικού οργάνου. Αυτό που έχει σημασία είναι η σχετική απόφαση να λαμβάνεται από αρχή που συμμετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης, κατά το εθνικό δίκαιο, και ότι η αρχή αυτή είναι αρμόδια, κατά το νόμο, να θεμελιώσει και, ενδεχομένως, να τιμωρήσει την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Τα κριτήρια αυτά πληρούνται σε σχέση με την εισαγγελική διάταξη του Αυγούστου 2008. 
(2) Η στοιχειοθέτηση της έννοιας της αθώωσης ή της καταδίκης προϋποθέτει εξέταση του περιεχομένου της σχετικής απόφασης και των συνεπειών της στην έννομη κατάσταση του ενδιαφερόμενου. Υπονοεί ότι η “ποινική” ευθύνη του κατηγορούμενου κρίνεται ενόψει των συνθηκών της υπόθεσης. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει ότι υπάρχει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, βάσει αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και εκτίμησης της συμμετοχής του κατηγορούμενου στα περιστατικά που προκάλεσαν την επέμβαση/έρευνα της αρμόδιας αρχής. Σε περίπτωση που ξεκινά ποινική έρευνα, συλλέγονται αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αξιολογούνται από την αρμόδια αρχή και εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση από την εν λόγω αρχή, με βάση τις συλλεγείσες αποδείξεις, οι ανωτέρω παράγοντες οδηγούν πιθανότατα στο συμπέρασμα ότι υπήρξε κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Περαιτέρω, εάν επιβάλλεται κύρωση στον κατηγορούμενο, συνεπεία της συμπεριφοράς του, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η αρμόδια αρχή προέβη σε εξέταση των συνθηκών της υπόθεσης και εκτίμησε εάν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν παράνομη. Ενόψει των προηγουμένων, η εισαγγελική διάταξη του Αυγούστου 2008, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα πρόστιμο, κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης, συνιστούσε “καταδίκη” αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ.
(3) Η ύπαρξη “αμετάκλητης” (final) καταδίκης ή αθώωσης προϋποθέτει ότι έχουν εξαντληθεί τα συνήθη/τακτικά (ordinary) ένδικα μέσα ή ότι έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησής τους. Η έννοια του “αμετάκλητου” ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, έως κάποιο βαθμό, αυτόνομα. Η λύση στο ζήτημα εάν κάποιο ένδικο μέσο είναι τακτικό ή έκτακτο (extraordinary) δεν συναρτάται αυτομάτως με το χαρακτηρισμό του από το εθνικό δίκαιο, αλλά το ΕΔΔΑ εκφέρει ίδια κρίση επί του ζητήματος, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά στοιχεία του εθνικού δικαίου. Κατά τη γνώμη 7 μελών του ΕΔΔΑ και τη συγκλίνουσα γνώμη άλλων 7 μελών του (ήτοι, συνολικά, 14 μελών της Ολομέλειας, που απαρτίζεται από 17 δικαστές), προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό ενός ενδίκου μέσου ως συνήθους/τακτικού είναι να προβλέπεται στο νόμο ορισμένη προθεσμία για την άσκησή του. Εν προκειμένω, το εθνικό δίκαιο, το οποίο δεν προσέδιδε ισχύ δεδικασμένου στην εισαγγελική διάταξη του Αυγούστου 2008 (τέτοια ισχύς επιφυλάσσεται αποκλειστικά στις δικαστικές αποφάσεις) προέβλεπε ορισμένη προθεσμία (20 ημερών από την κοινοποίησή της) για την αμφισβήτηση της διάταξης αυτής από τον καθού/προσφεύγοντα, αλλά δεν όριζε προθεσμία για την ακύρωση/ανάκληση της εν λόγω διάταξης από εποπτεύον όργανο της εισαγγελικής αρχής. Συνεπώς, εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση από τον προσφεύγοντα (η οποία συνιστούσε “τακτικό” ένδικο μέσο) και η δυνατότητα ανάκλησης της διάταξης από την εισαγγελική αρχή ήταν απρόθεσμη (με αποτέλεσμα η εν λόγω δικονομική δυνατότητα να μην μπορεί να θεωρηθεί ως “τακτικό” ένδικο μέσο), η επίμαχη εισαγγελική διάταξη κατέστη αμετάκλητη (στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές Σεπτεμβρίου 2008), με την άπρακτη παρέλευση της προαναφερόμενης 20ήμερης προθεσμίας. Επομένως, η εισαγγελική διάταξη του Αυγούστου 2008 συνιστούσε “αμετάκλητη καταδίκη” του προσφεύγοντος. 
(Ε) Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ, διότι η επανεκκίνηση της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του προσφεύγοντος, με την εισαγγελική διάταξη του Ιανουρίου 2009, δεν στηρίχθηκε στην ανεύρεση νέων αποδεικτικών στοιχείων ή σε θεμελιώδες ελάττωμα της πρώτης διαδικασίας (δηλαδή, σε σοβαρή παραβίαση διαδικαστικού κανόνα, η οποία υπονομεύει την αξιοπιστία και την ακεραιότητα της ποινικής διαδικασίας, κριτήριο που δεν πληρούται σε περίπτωση, όπως η επίδικη, επανεκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης από άλλο όργανο της δικαιοσύνης). 
(ΣΤ) Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ.

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *